Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Τὰ χέρια

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.
Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,
μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.
Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια
καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.

Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης
τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν
κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο

Τὸ φύλλο τῆς λεύκας

Ἔτρεμε τόσο ποὺ τὸ πῆρε ὁ ἄνεμος
ἔτρεμε τόσο πῶς νὰ μὴν τὸ πάρει ὁ ἄνεμος
πέρα μακριὰ
μιὰ θάλασσα
πέρα μακριὰ
ἕνα νησὶ στὸν ἥλιο
καὶ τὰ χέρια σφίγγοντας τὰ κουπιὰ
πεθαίνοντας τὴν ὥρα ποὺ φάνηκε τὸ λιμάνι
καὶ τὰ μάτια κλειστὰ
σὰ θαλασσινὲς ἀνεμῶνες.

Ἔτρεμε τόσο πολὺ
τὸ ζήτησα τόσο πολὺ
στὴ στέρνα μὲ τοὺς εὐκαλύπτους
τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ φθινόπωρο
σ᾿ ὅλα τὰ δάση γυμνὰ
θεέ μου τὸ ζήτησα.

Διάλειμμα Χαρᾶς

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».

Η λυπημένη


Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς
κάθισες πρὸς τὸ βράδυ
μὲ τοῦ ματιοῦ σου τὸ μαυράδι
δείχνοντας πὼς πονεῖς·

κι εἶχες στὰ χείλια τὴ γραμμὴ
ποὺ εἶναι γυμνὴ καὶ τρέμει
σὰν ἡ ψυχὴ γίνεται ἀνέμη
καὶ δέουνται οἱ λυγμοί·

κι εἶχες στὸ νοῦ σου τὸ σκοπὸ
ποὺ ξεκινᾶ τὸ δάκρυ
κι ἤσουν κορμὶ ποὺ ἀπὸ τὴν ἄκρη
γυρίζει στὸν καρπό·


μὰ τῆς καρδιᾶς σου ὁ σπαραγμὸς
δὲ βόγκηξε κι ἐγίνη
τὸ νόημα ποὺ στὸν κόσμο δίνει
ἔναστρος οὐρανός.


Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010



Hey hey hey it’s weird,
my friends are coming
I will reveal them,
all the things you used to have
cause I’ve got pieces in my soul
and a lover in my heart I can’t deny.
This bloody something
that freaks me out
until the dark makes me say…
I love you, I love you!

Blues and jazz and pop
and rock ‘n roll are crazy,
these are the rhythms all my life
I used to keep
but I’m afraid I cannot shine
cause I’m afraid of all these things
I can’t describe.
I’ve got to push it on my pillow
I’ve got a drum dah rah rah…
I love you, I love you!

No no no no don’t call me nasty, baby
I can’t remember all the things
I used to hide
cause I’ve got pieces in my soul
and a lover in my heart I should deny.
This bloody something
that freaks me out
until the night makes me shout…
I love you, I love you
I love you, love me too!

Where’s that boy?
Where’s that look?
Where’s that look in your eyes
that turned me on?

Pretend- Monika





Well, don’t let these people turn you down,
don’t let these people ask
“what do you like?” or “who do you prefer?”
about the things that make you scream your loudest wow.
Do not stand against the wall, do not give me any
da-da-darling, I want you so much,
more than I pretend, more than I pretend.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Μπορώ να δώ την άλλη μεριά
μέσα απ΄ τον πέτρινο τοίχο
Η έξοδος κινδύνου έχει σφραγιστεί
για εξαιρετικές περιστάσεις
Ακούω τα χαμόγελά τους
σχεδόν κοροϊδεύουν τα χέρια μου
που σπρώχνουν ανήμπορα
τους τοίχους
Συνεχίζουν τις ματιές τους
με τα αυτιά τους καλυμμένα
Ακόμα και οι τοίχοι δεν καλύβουν τις κραυγές.
Είναι ένα αδιέξοδο
ΕΝΑ ΦΡΙΧΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
κομμένο και ραμμένο
στα μέτρα της ανασφάλειάς μου
με γρατσουνιές
που σχηματίζουν την προδοσία
και την απογοήτευση
Τον φόβο..

Το θέλημά σου γύρεψα.. Το θέλημά σου...

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Προστάτιδα των πληγωμένων εραστών, καθρέφτισε τη θλίψη τους και άσ' τη να χαθεί στις στάλες της Σελήνης.

Το δάσος των ανθρώπων (απόσπασμα)


Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές- παρασταθείτε μου!
απ' τα νερά της νύχτας τ' ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω

αμφίκυρτη σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.




Το μονόγραμμα (απόσπασμα)

....Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ'ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν'ανθίσει αλλιώς,μ'ακούς ;
Σ'άλλη γή, σ'άλλο αστέρι,μ'ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ'ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ'άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ'ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ'ακούς ;
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ'ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ'ακούς ;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ'εγώ πού φωνάζω κι είμ'εγώ πού κλαίω,μ'ακούς
Σ'αγαπώ,σ'αγαπώ,μ'ακούς;

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

ΣΑΝ ΦΩΣ!!!



Το φως να παίρνει τη ματιά, ο χώρος τα όνειρά σου
και τα νερά του ποταμού να σε τραβάν μακριά.
Ότι κι αν ονειρεύτηκες να φεύγει από κοντά σου,
ν’ απλώνεις μα τα χέρια σου να πέφτουνε βαριά…

και τι δεν μου ‘χες ορκιστεί και τι δεν μου ‘χες τάξει,
μα τώρα η απουσία μου σε κάνει και ξεχνάς.
Δέσε καλά τις μαγικές στιγμές μας με μετάξι
και φώτισε τον ουρανό σχήμα της μοναξιάς.

Χωρίς πνοή, χωρίς ματιά, μόνο με τα όνειρά μου
με τρόχισαν οι άνεμοι που πάντα κυνηγώ,
αυτοί που με ορίζουνε, αυτοί που με πετάνε,
αυτοί που με τινάζουνε στον τοίχο, στο κενό…

Κορμί που σκίζεται στα δυο στα βράχια του αοράτου,
μνήμες θολές και μια γλυκιά λήθη της λησμονιάς.
Στης μοναξιάς το κόκκινο από αίμα πίδακά του
που ξεπετάγεται σαν φως, που φέγγει τη στεριά.

Το μαγικό του φεγγαριού ονειροπόλημά σου
το ‘χεις ξεχάσει κι είναι αργά καιρός να κοιμηθείς
με κάποιον που δεν τον χωρά η μαγική αγκαλιά σου
τις ώρες που περάσαμε μαζί θα μοιραστείς.

Μα εγώ πονώ για σένανε και σιωπηλά υποφέρω
μήπως τα μάτια που αγαπώ δακρύζουν στα κρυφά.
Τι κι αν με πούλησες φτηνά μια νύχτα και το ξέρω,
κάθε στιγμή σε φέρνω εδώ κοιτώντας τα νερά.

Χορεύεις με τις μνήμες σου, πετάς με τα όνειρά σου,
αρχαίου δράματος χορός, περνάς στην αγορά.
Πετάς τα ρούχα σου, γυμνός αγγίζεις τη χαρά σου,
φωτίζεις μόνο μια στιγμή και ζεις για μια φορά.

Σαν σφαίρα.

Να ξεπεράσω
κάθε λυγμό που ακουγόταν στη σιωπή
κάθε φόβο που με άρπαζε
τη νύχτα.
Να χαμογελώ, αυτό είχε σημασία
μου 'χες πει.
Ήσουν εκεί και με κρατούσες
Με οδηγούσες.
Και όταν κοίταζα κατάματα την ευτυχία
με πρόδοσες.

Θάλασσα

Σε κάθε δάκρυ που κυλάει

να γεμίζω τους πυθμένες σου

με βουβά ουρλιαχτά

και αγώνες για ανάσα.

Στη γαλάζια σου γοητεία

και τον άγριο σου θυμό,

παρηγόρησέ με.

Με τη νύχτα για σύντροφο

και το φεγγάρι για είδωλο

δείξε μου την ομορφιά

και την οργή σου
και παρηγόρησέ με.

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκης

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ' άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μες στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ' το παράθυρό σου
Το πρόσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Κάθε φεγγάρι ομολογεί

Κάθε φεγγάρι ομολογεί και μες στα δέντρα κρύβεται μην
και το καταλάβεις.
Έχεις ανακατώσει τόσο τους καιρούς που μήτε ο ίδιος ξέρεις
από πού το μήνυμα θα λάβεις

Εσύ 'σαι ένας απ' αυτούς που τού 'δωσαν χαρτί μεγάλο
για να γράψει και δεν έστερξε την πένα να πιάσει
που του 'ρθε η τύχη σαν λακκάκι μες στο μάγουλο και που
δεν είπε μπάρεμ να χαμογελάσει.

Εσύ σαι αυτός που τού 'ριξαν το δίχτυ μέσα στο λουτρό να
τον σκοτώσουν μα κρατάει μες στο βασίλειό του ακόμη.
Που σπρώχνει την αγάπη απ' το παράθυρο κι ύστερα κλαίγεται
ότι τον αδικούν οι νόμοι.

Κάθε φεγγάρι ομολογεί κι εσύ κάνεις πως τάχα
δεν καταλαβαίνεις
Ξέρεις ότι φορείς τον ήλιο- και ότι πριν εκείνο κατέβει
εσύ ανεβαίνεις.

Υπερρεαλιστικές υποσχέσεις

Ξεθώριασαν τα αστέρια
κι η νύχτα έμεινε μονάχη
η σελήνη της έδυσε για άλλο γαλαξία
και οι άνθρωποι την καταρράστηκαν
για τα μαύρα της τα πέπλα.
Αγάπησαν τον ήλιο
και τις εφήμερες του υποσχέσεις.
Στο φως όλα ήταν κόκκινα
τα φιλιά
η χαρά
Μα τη νύχτα είχαν πια κουραστεί
να ικανοποιούν ξένα μάτια
και στα μαύρα της τα πέπλα
ακόνιζαν τα βέλη τους.
Και το επόμενο πρωί
γινόταν πάλι κόκκινα
ώσπου δεν ξεχώριζαν
απ' το αίμα στα αγκάθια..

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

(F)

ΤΟ ΑΙΜΑ ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟ
λέω στον ταξιθέτη που με τραβάει.


Ναι εντάξει, συμβαίνει σε κάθε παράσταση..


Οι ευαίσθητοι να περάσουν από 'κει...