Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Η θεραπεία του Σοπενάουερ- κορύφωση....


Ο Φίλιπ τον κόιταξε κατευθέιαν στα μάτια: " Ένα τέρας. Ένα αρπακτικό. Μόνος. Ένας εξολοθρευτής εντόμων". Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. "Γεμάτος τυφλή οργή. Ανέγγιχτος. Κανένας άνθρωπος απ' όσους με γνώρισαν δε μ' αγάπησε. Ποτέ. Κανένας δε μπορούσε να μ' αγαπήσει".


Ξαφνικά η Πάμ σηκώθηκε, προχώρησε προς το μέρος του κι έκανε νόημα στον Τόνυ ν' αλλάξει θέση. Κάθισε πλάι του, πήρε το χέρι του μέσα στα δικά της και είπε σιγανά: "Εγώ μπορούσα να σ' αγαπήσω, Φίλιπ. 'Ησουνα ο πιο όμορφος, ο πιο υπέροχος άντρας που είχα δει ποτέ μου. Σου τηλεφωνούσα και σου έγραφα για βδομάδες μετά την άρνησ΄σ σου να με ξαναδείς. Θα μπορούσα να σ' αγαπήσω αλλα εσύ μόλυνες-"


"Σσσς". Ο Τζούλιους άπλωσε το χέρι και την άγγιξε στον ώμο , για να την κάνει να σωπάσει. "Όχι >Πάμ, μην μπαίνεις σ΄αυτό. Μείνε στο πρώτο κομμάτι, ξαναπές το".

"Εγώ μπορούσα να σ' αγαπήσω¨".

"Και ήσουνα..." την παρότρυνε ο Τζούλιους.

"Ήσουνα ο πιο όμορφος άντρας που είχα δει ποτέ μου".

"Πάλι", ψιθύρισε ο Τζούλιους.

Κρατώντας ακόμα το χέρι του Φίλιπ και βλέποντας τα δάκρυά του να κυλάνε ανεμπόδιστα, η Πάμ επανέλαβε: "Μπορούσα να σ' αγαπήσω, Φίλιπ. Ήσουνα ο πιο όμορφος άντρας..."


Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Φίλιπ σηκώθηκε και όρμησε έξω απ' το δωμάτιο, κρύβοντας το πρόσωπο με τα χέρια του.




Ο Φίλιπ σε όλη την έκταση του βιβλίου, μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι ένα άτομο ψυχρό. Ψυχρό και σχεδόν ακλόνητο από πάθη ή άλλους παράγοντες. Οι άνθρωποι αποτελούν παρελθόν γι' αυτόν, η συναναστροφή του με ανθρώπους είναι ανύπαρκτη.. Εξυψώνει το πνεύμα του, καλλιεργεί τον εσωτερικό του κόσμο, ζει μέσα από ξένα βιβλία, και όλα αυτά μέσα από τις θεωρίες του Σοπενάουερ. Ενδεικτικά:


  • Μείνε ανεξάρτητος από τους άλλους

  • Αν περιφρονείς τους άλλους, σε σέβονται.

Όταν αναγκάζεται να μπει σε μια ομάδα ψυχοθεραπείας, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις συνήθειες του. Αναγκάζεται να κοιτάξει μέσα από τα μάτια έμβιων όντων, μέσα από τα μάτια των αισθημάτων.. Και εκεί, μετά από χρόνια συναισθηματικής στειρότητας, ξεσπά..

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Το ποτάμι




[..]Ξύπνησε βαλαντωμένος δεν είχε ακόμα φέξει...
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερoυγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ


Κληρονόμησα από τον πατέρα μου μια βαθιά θλίψη για το γεγονός ότι θα έπρεπε κάποτε να εγκαταλέιψω αυτό τον κόσμο.Έμαθα να συλλογίζομαι βραδιές σαν αυτές που δε θα τις ξαναζήσω πια! Αλλά κληρονόμησα επίσης ένα μάτι για το πόσο ωραία είναι η ζωή.....Τωρα τα καταλαβαίνω όλα.Μόλις τώρα η ψυχή και το σώμα μου καταλαβαίνουν τι θα πει να μην υπάρχεις..... Οργίζομαι όταν σκέφτομαι ότι μια μέρα θα χαθώ και θα είμαι απών όχι 1-2 βδομάδες όχι 4 ή 400 χρόνια αλλά εις τους αιώνες των αιώνων.Αισθάνομαι σαν να έχω πέσει θύμα αστείου ή φάρσας, επειδή αρχικά ήρθαν και μου είπαν : " Ιδού ένας ολόκληρος κόσμος όπου μπορείς να ξεφαντώσεις.Έδώ είναι η κουδουνίστρα σου, εδώ είναι το τρενάκι σου εδώ το σχολείο όπου θα πάς το φθινόπωρο." Για να μου πουν ύστερα " Την πάτησες Πρωτάπριλιά, Πρωταπριλιά!" Και να μου πάρουν από τα χέρια όλο τον κόσμο........[..]...Αντίκρισα κατάματα το διάβολο. Αλλά δε θα τον αφήσω να έχει την τελευταία λέξη. Θα αποστρέψω το βλέμμα μου από το Κακό πριν καταφέρει να με εξουσιάσει. Αποφασίζω υπέρ της ζωής. Αποφασίζω για την τζουρίτσα του αγαθού που μου χαλαλίζουν και ίσως υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Καλος ή Καλη. [..]
Ξέρω ότι υπάρχει το Κακό, επειδή άκουσα την τρίτη φράση από τη Σονάτα Του Σεληνόφωτος του Μπετόβεν. Αλλά ξέρω ότι υπάρχει και το Καλό.
Ξέρω ότι ανάμεσα στους δυο γκρεμόυς ανθίζει ένα όμορφο λουλούδι από όπου θα βγει και θα πετάξει μια ζωηρή αγριομέλλισα. [...]