Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

*

Τ' αστέρια δε χαθήκανε,
δεν έσβησε το φεγγάρι...

Κι αν χάνονταν..?
Αν η νύχτα ανενόχλητη έσπερνε το σκοτάδι της κάτω από κάθε φύλλωμα και κάθε κόκκινο ρόδο πνιγόταν στη βαθιά της θάλασσα..?
Όλα θα ταν πιο ευάλωτα..


Βρέθηκε σε εκείνον το γνώριμο τόπο ύστερα από αρκετό καιρό,
τα πάντα ήταν σκοτεινά , το θρόισμα της ανάσας, γέμιζε τις σκέψεις..
Μα δε χρειάστηκε και πολύ για να θυμηθεί.. Το τραχύ δάπεδο σίγουρα θα είχε ματώσει τα χέρια της που έτρεμαν... Και είχε πιστέψει, είχε νιώσει ότι εκείνος ο τόπος θα έμενε για αρκετό καιρό έρημος.. Ότι το κλειδί ήταν από καιρό χαμένο...
Ήταν μόνη..?
Όχι, δεν ήταν.. Οι σκέψεις της τη συνόδευαν, δεν παρέλειπαν να παρατηρούν κάθε της κίνηση.. Από εκείνες δεν μπορούσε να ξεφύγει..
Μα σε ποιόν να τις πει? σε ποιόν να τις δώσει για να τις καταστρέψει, δίχως να γεννηθούν άλλες, παρόμοιες?
Σε ποιόν ευχόταν τέτοια μοίρα, εξαντλημένη από δανεικά προβλήματα?
Σε ποιόν θα....
Μια λάμψη διέκοψε τις σκέψεις της, μια μικρή αραχνοϋφαντη λάμψη..
Ένα αστέρι, μικρό ασθενικό αστέρι.. Ξεπεσμένο, στα δικά της χέρια..
Του μίλησε..
και όσο του μιλούσε, όσο άνοιγε την καρδιά της, τόσο έλαμπε εκείνο, τόσο φώτιζε τα δάκρυα της και με τις αχτίδες του τα έπαιρνε μέσα του..
Αλλά ξαφνικά έσπασε.. Έσπασε και εκείνο όπως είχε σπάσει εκείνη πριν από λίγο..
Δεν άντεξε μόνο του τόσες σκέψεις..
Το σκοτάδι την αιφνιδίασε.. Έψαξε για τη λάμψη του αστεριού ΄ξανά και ξανά αλλά μάταια.. Ώσπου κοίταξε πάνω, σε αυτό που νόμιζε ουρανό..
και χιλιάδες μικρά αστεράκια φάνηκαν.. Δειλά και σταδιακά, γέμισαν τα μάτια της...
και το έδαφος από κάτω της, άρχισε να θυμίζει μετάξι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου