Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Κολύμπησε στο δρόμο που χάραζε το φεγγάρι
και μες στα χέρια της έκλεινε τα λιωμένα αστέρια
άνοιξε τα χέρια της να αγκαλιάσει το απέραντο
και η θάλασσα της φίλησε τα μάγουλα.
Γύρισε πίσω να κοιτάξει
η παραλία είχε ασημιές ανταύγειες
κι ήταν έρημη
Και εκείνη μόνη της ήταν
την είχε ξεχάσει ο νούς
και ζούσε στ' όνειρο...
Και εκεί ήθελε να παραμείνει
τίποτα δεν κρατάει για πάντα
τίποτα
....... Σχεδόν τιποτα.
Ώρες ώρες η Γή πάει να σπάσει
βλέπω τις ρωγμές στον ουρανό
ή είναι απλώς τα μάτια μου;
Η θάλασσα με κοιτάει σαν φυλαχτό
έχει νευριάσει κι αυτή
με πολυτέλεια κρύβει το θυμό μου
πίσω από κύματα αναίτια.
Κλεισμένη σε μια σκέψη
οι πληγές στα χέρια μου μεγαλώνουν.
Οι υπόλοιπες δε φαίνονται,
μονάχα οι σκέψεις εδώ ανασταίνονται.
Πρέπει να 'σαι δυνατή,
λέει ο Χρόνος.
Δεν μπορεί να απαντήσει, βλέπεις,
στο αναπάντητο ''Γιατί''.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Ελιγμός

Στα μαβιά κρόσσια της οδύνης
Στ' αγάλματα της αγωνίας
Στις υγρές σιωπές
Υπάρχει ένα πρόσωπο
Τόσο πολύ βγαλμένο από τα δάκρυα
Τόσο ακατανόητο
Τόσο ζεστό στο χέρι που του γνέφει
Έν' άλλο πρόσωπο
Μια οπτασία με πυρσούς που σχίζει την ερήμωση
Καβάλα η νύχτα στις οροσειρές της
Με άστρα σαν νοήματα που σφεντονίστηκαν
ʼλλοτε απ' την παιδική τους ηλικία
Και δίνουνε το κατευόδιο της ζωής
Επάνω στις ανηφοριές του οίκτου.

Υπάρχει
Μια τρυφερή καμπύλη που χρωστά στον πόνο
Την περιπέτεια της φωτοχυσίας της
Ένας φακός που ενώνει τ' αμαρτήματα
Σαν ύπτια σπλάχνα πού 'ριξεν ή τύχη
Εκεί
Ένας καλός απ' τη σκιά που τον μαγεύει τοίχος
Κάνει γωνία πριν από το κλάμα
Ύστερα φτάνουν οι κορμοστασιές του ολέθρου
Δέντρα με μόνη επίπλωση τα δάχτυλα τους
Με μόνη πίστη την ξεριζωμένη τους λαλιά
Είναι καλό να μη μιλάν εκείνοι που έζησαν
Οι άλλοι βαστούν στα χέρια οιμωγές
Τρέχοντας πέρα σαν αβάφτιστες φτερούγες
Έζησαν
Ένα πηγάδι ανοίγει φόβους έπειτ' από κάθ' ελπίδα του
Γιατί να τρέμει αυτό το σύρμα
Τούτο το πουλί ποιο βλέμμα να τροφοδοτεί
Τι θέλουμε
Υπάρχει

Ένα σβησμένο πρόσωπο σε κάθε αυλαία λήθης.

Επέτειος

...even the wearist river
winds somewhere safe to sea!


Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει πού σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
ʼσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δέντρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιό μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν' ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν' ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους όρμους γύρω απ' την αγάπη.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
- Όποιος είδε δυο μάτια ν' αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα-
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω από τ' ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
Πιο πέρα απ' τα νησιά
Πιο χαμηλά απ' το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
- Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε
Και μ' όλα τα δελφίνια της αυγάζ' η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι' ανθρώπινη καρδιά -
Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
Μια μορφή από αλάτι
Λαξεμένη με κόπο
Αδιάφορη άσπρη
Πού γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
Στηρίζοντας το άπειρο.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Μείνε μακριά από τους συνειρμούς μου
θέλω να ακούσω τα λουλούδια
καθώς ανασαίνουν
και τη βροχή καθώς ταξιδεύει ακόμα
στον αιθέρα.

Η ενότητα των όντων.

Ποτέ δε θα 'μαι μόνη
παρά μόνο άμα είσαι και συ εδώ.
Ο εαυτός μου θα χαθεί και πάλι
στον λαβύρινθο που θα στήσεις
γύρω απ' τις σκέψεις μου.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Δεν κοπάζει δεν σβήνει
στη καρδιά μου η φωτιά
που με τρώει και με ρίχνει
απ' την Εδέμ στο πουθενά

Οι αιώνες ρωτάνε
πόσο ακόμα Θα αντέξω
Να τρικλίζω εκεί έξω
Ξυπόλυτος μόνος
Και γω ψιθυρίζω
δικιά μου η χαρά
δικό μου το αίμα
δικός μου κι ο τρόμος

Δεν είμαι μόνος
Δεν είμαι ο μόνος
Όλα είναι δρόμος
Η φωτιά η γιορτή η απώλεια ο πόνος
Ο κάθε μικρός θάνατος
κι ο μεγάλος ο ατέλειωτος κόσμος
Όλα είναι δρόμος.

Βιβλίο ανοιχτό

Βιβλίο ανοιχτό
Διάβασέ με
και μετά κάψε με
ή σκίσε με
Αλλά μη με κοιτάς σα να ντρέπεσαι
ή σα να ντρέπομαι εγώ
Δε μετανιώνω
δεν άνοιξα τα φύλλα μου για να με κρίνεις
παρά για να με μάθεις
Είμαι αφελής
πίστεψα ότι κάτι θα ένιωθες στις λέξεις μου
ή ότι κάτι θα σου θύμιζα.

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Κεριά





Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.


Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.


Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.


Όνειρο

Μια φορά και έναν καιρό ήμουν σύννεφο.
Είχα άσπρα μαλλιά
και καθόλου μάτια.
Τα μάτια μου ήταν τα πουλιά και τα δέντρα
οι πεταλούδες
και ο αέρας.
Παρατηρούσα τους ανθρώπους
έστελνα ουράνια τόξα
για να χαμογελούν
και στάλες στα τριαντάφυλλα
για να έχουν ελπίδα.
Μάζευα τη θλίψη τους
στέγνωνα τα δάκρυά τους,
τα έβαζα στα χέρια μου, τα έβγαζα απ' τα μάγουλά τους
και χαμογελούσαν και πάλι.
Τα μαλλιά μου έγιναν πρώτα ασημιά
και ύστερα γκρίζα.
Άσχημο πράγμα η θλίψη,
είχα μαζέψει πολλή απ' αυτήν.
Τα ουράνια τόξα όλο και πιο δύσκολα έφευγαν απ' τα χείλη μου
και τα τριαντάφυλλα μάταια με ζητούσαν.
Άσχημο πράγμα η θλίψη.
Μια μέρα έσπασα
και η βροχή πλημμύρισε τους δρόμους.
Πλημμύρισε τα πρόσωπα των φίλων μου
και τα ξέπλυνε.
Πλημμύρισε τα λουλούδια
και ζωντάνεψαν.
Εγώ χάθηκα σιγά σιγά.
Έγινα απομεινάρι.
Δάκρυ.
Σταγόνα.
Δροσοσταλιά
και αφρός στη θάλασσα.
Σκορπίστηκα παντού
και δε σκεφτόμουν.
Ύστερα είδα τον ήλιο
και όλη μου τη θλίψη.
Π ό σ ο π ό ν ε σ α . . .
Μα δεν μπόρεσα να κλάψω άλλο
μία σταγόνα είχε απομείνει
κι αυτή είχε μέσα της ε μ έ ν α...
Έτσι αφέθηκα.
Κάθε φορά ένα κομμάτι μου ανεβαίνει
και αντανακλά τον ήλιο.
Σε κάθε προσπάθεια μεγαλώνω και πάλι
ώσπου να βρω ξανά τον εαυτό μου
το σύννεφό μου
και τα ουράνια τόξα.

(Ελπίζω δηλαδή)

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010


Κουράστηκα ρε...
Πού έμεινε εκείνο το τελευταίο κομμάτι
ξέρεις ποιό λεώ
εκείνο που αρχίζει από Α..
Δε θα στο πώ.
Κουράστηκα σου λέω..
Δε γίνεται να χάθηκε..

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Βροχοποιός




Αν αυτά τα σύννεφα είναι οι φόβοι
των ανθρώπων που παγώνουνε πάνω
απ'τις σκεπές... Ας ξεπλύνουν οι
πιο άγριες βροχές αυτούς τους
δρόμους
κι ας χυθούν στις μυστικές
δεξαμενές, που γεμίζουνε τη
θάλασσα της φρίκης, που βουτάει
αυτός ο δύτης μοναχός...
Πριν τελειώσει η ανάσα του
κοιτάει προς τα πάνω και θυμάται...

Διαμαντένιος ουρανός...
Διαμαντένιος ουρανός...

Αν αυτά τα σύννεφα ζυγίζουνε το
βάρος που λυγίζει τις ανθρώπινες
καρδιές... Ας γκρεμίσουνε οι πιο
άγριες ματιές
αυτά τα σκιάχτρα κι
ας χυθούν στις μυστικές δεξαμενές,
που γεμίζουνε με καύσιμα τα τρένα
που θα πάρει κάποια μέρα μοναχός...
Πριν τελειώσει το τσιγάρο με
κοιτάει προς τα πάνω και θυμάται...

Διαμαντένιος ουρανός!...

Όταν ήμουνα μικρός μες τα κύματα δε μ' ένοιαζε
αν ο κόσμος είν' απλός ή αν έτσι απλώς εμένα μου έμοιαζε...

Διαμαντένιος ουρανός!...

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Θα χαθώ



Τί όμορφη που είναι η θλίψη σου
σε γεμίζει καθώς σε αγνοεί στις προσπάθειές σου
να αγναντέψεις το καθημερινό
Καλύβει τις τελειότητες του αέρα
και του
ήλιου.

Πόσο σε φροντίζει
ποτέ δε βαριέσαι μαζί της
ίσως να κουράζεσαι
μα πάντα έχεις τροφή να ζείς
απ΄τα αναφιλητά σου.

Ώσπου ξεχνάς σιγά σιγά
τί πάει να πεί αστέρι
φεγγάρι
λουλούδι
θάλασσα
στεναγμός...

Τί όμορφη που είναι η θλίψη
Μόνο που δεν έμεινε τίποτε άλλο.
Εσύ κοιμήθηκες..

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Θα περιμένω



Ας μαζέψω τα κομμάτια μου
όλοι σας έχετε από ένα
κι ας μην το ξέρετε.

Κρυφά θα ψιλαφήσω στα δωμάτιά σας
να δώ, πού με έχετε καταχωνιάσει
Και δε με νοιάζει ο ιδρώτας
αλλά η αλμύρα που θα με χτυπήσει
όταν με βρώ αχνή να σαπίζω
κάτω απ' τα μαξιλάρια σας.

Θα σας περιμένω ρε να κλείσετε τα μάτια
και να αφήσετε τις πόρτες ανοιχτές.
Εκεί θα σε κοιτάξω μήπως θυμηθείς
τί σου είπα μια βραδιά
και τί δε μου είπες εσύ.

Θα φυσήξω το άσπρο πρόσωπά σας
να φύγει η σκόνη που επιμελώς καλύβεστε
να φανούν οι ρωγμές
και οι κραυγές από κάτω
Οι δικές μου κραυγές.

Και εκεί θα μείνουν
μακριά απ' τη συγχώρεσή σας.

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Πάλι εγώ



Είναι πρωί αρχίζει η νέα μέρα
και κάτι στον αέρα μυρίζει σαν βροχή
είμαι εκεί κάτω απ΄ το μαξιλάρι
ποια σκέψη θα μου πάρει του ύπνου το νησί

Κάθε μέρα που ξυπνάω φτιάχνω μέσα μου ένα κόσμο
και μ΄αυτόν πάω όπου πάω χώρο για ν΄αντέξω δως μου
είμαι εγώ και ένα αγόρι που είμαι πάλι εγώ αλλά τότε
πώς με σπρώχνει λέει προχώρα
πίσω δεν μπορείς να πας

Βράδυ ξανά κι η νύχτα με τρομάζει
ανόητο φαντάζει που ήρθα ως εδώ
κάτι θα βρω το δράκο να νικήσω
μπορεί να ξενυχτήσω να μην κοιμηθώ

......: )

Θέλω να χάσω τον εαυτό μου



Θέλω να χάσω τον εαυτό μου
για να μπορέσω να τον βρω

Να γκρεμιστούνε τα όνειρά μου
για να τα ξαναονειρευτώ

Να 'ρχετ' η νύχτα στη ζωή μου
για ν' ανασαίνω με το φως

Να με πληγώνει η επιστροφή μου
μα πάντα πίσω να γυρνώ

Θέλω ν' αλλάξω αυτή την πόλη
για να μπορώ σ' αυτήν να ζω

Να σταματήσω κάθε ρολόι
το χρόνο μου να ξαναβρώ

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιον ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.



Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας,
για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

Ο βασιλιάς της σκόνης



........Θα περάσουν τα χρόνια, θα γυρίσει ο τροχός
Όλα θα 'ναι σαν πρώτα, όλα θα 'ναι αλλιώς
Θα σε ψάχνω στους δρόμους που γυρνούσες, μα εσύ
Θα 'χεις γίνει σκιά, θα' χουν όλα χαθεί

Ένα βράδυ θα φέγγει το φεγγάρι τρελό
Θ' απλωθεί η σκιά σου σ' ένα δρόμο στενό
Τα ταξίδια, οι φίλοι, οι αγκαλιές, τα φιλιά
Σ' ένα κόσμο θαμπό, μακριά…μακριά...

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010




Έλα και πάρε με από δω

Χρόνε

Δείξε μου τα λημέρια σου

που οι κραυγές δεν έχουν σημασία και γίνονται

θρόισμα ανέμων

παιχνίδισμα.

Δείξε μου τα δάκρυα που γίνονται βροχή

στον κύκλο των συναισθημάτων.

Έλα και πάρε με από δω

και νανούρισε με στη δίνη σου

την αέναη

να ξεχάσω τ' όνομά μου

και το γέλιο μου

το άκουσμά μου, των λυγμών

Έλα και πάρε με, και δείξε μου τα λεπτά

πόσο μετράνε

ώστε να εκτιμήσω κάθε στιγμή.



Ταξίδεψέ με
στο τίποτα
στον πλούτο και την τέχνη
του να αγναντεύεις
και να συνεπαίρνεσαι
από τη
μία εικόνα και χίλιες λέξεις
μιας καμίας σκέψης.

Πρόσθεσις

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στο νου μου πάντα βάζω -
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς,
δεν είμ' εγώ εκεί
απ' ταις πολλαίς μονάδες μια. Μες στ' ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα.
Κι αυτή η χαρά μ' αρκεί.

Σύγχυσις

Είν' η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός
συγκεχυμένη και παράλυτος. Εκτός,
εκτός αυτής γίνεται η ζωή της
.

Και περιμένει την απίθανον ηώ.
Και περιμένω, φθείρωμαι, και ανιώ
κ' εγώ εντός της ή μαζύ της
.

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Struggle for pleasure- Wim Mertens

Ζωγραφιστά λόγια

Για να νιώσεις το παν ,
Ακόμη και το δέντρο με την πρωραία ματιά
της σαύρας και της κληματίδας
το δέντρο τ’ αξιολάτρευτο ,
τη φωτιά τ’ αδιέξοδο

Για να σμίξεις δρόσο και φτερούγα ,
σύννεφο και καρδιά, νύχτα και μέρα
παράθυρο κι όποια να ‘ναι χώρα

Γiα να καταργήσεις του μηδενικού τον μορφασμό
που θα κυλήσει μεθαύριο στο χρυσάφι
Για να ξεκόψεις ,
με τις μικροπρέπειες των θρεμμένων
απ’ τους ίδιους των εαυτούς γιγάντων

Για να δεις όλα τα μάτια έτσι ωραία
Όσο κι εκείνα που ατενίζουνε
θάλασσα που τα πάντ’ αφομοιώνει

Για να δεις τα μάτια ν’ αντικαθρεφτίζουνε
μέσα τους πάλι όλα τα μάτια

Για να γελάς που κάποτε ιδροκόπησες ,
ξεπάγιασες και πείνασες και δίψασες

Για να ‘ναι και το να μιλάς όσο και να φιλάς
γενναιόδωρο

Για ν’ αναδέψεις κολυμβήτρια και ποτάμι,
κρύσταλλο και χορεύτρια θύελλας
Χαραυγή και καρδιάς Άνοιξη
φρονιμάδες και πόθους παιδιάστικους

Για να δώσεις στη γυναίκα
τη μοναχική και τη συλλογισμένη
τη μορφή των χαδιών
που ονειρεύτηκε

Για να ‘ναι η έρημος μες στη σκιά
Κι όχι διόλου μες στη σκιά Μου
Όλα ορίστε
Δίνω
Τ’ αγαθά μου
Όλα τα Δικαιώματά μου.


Πωλ Ελυάρ

Διάρκεια

Μια καταιγίδα μία μόνο
από ορίζοντα σε ορίζοντα
κα πάνω σ΄ όλη τη γη
για να σκουπίσει τη σκόνη
τις μυριάδες τα ξερά φύλλα
για να απογυμνώσει όλα τα δέντρα
για να ερημώσει τις καλλιέργειες
για να καταρρίψει τα πουλιά
για να διασκορπίσει τα κύματα
να καθαρίσει τις αναθυμιάσεις
για να καταστρέψει την ισορροπία
του ήλιου του πιο ζεστού
διώχνοντας μάζες αδυναμίας
κόσμος που δεν ζυγίζει τίποτα
κόσμος αρχαίος που μ αγνοεί
ίσκιος ξετρελλαμένος
δεν θα είμαι πια ελέυθερος παρά μέσα στ άλλα χέρια .


Πωλ Ελυάρ

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010



....Ηταν τα λόγια σου γλυκά και τα φιλιά σου πικρά ,
Τα ταξίδια μεγάλα, τα φτερά σου μικρά
Είχες φουρτούνα στα μάτια και μια πλημμύρα στην κόχη
Ένα σου χάδι δυο ζωές, ένα σου «ναί» δυο «όχι».
Βρήκα μια θάλασσα κρυφή, ήπια μια θάλασσα στιφή
Μου' κανε δώρο ένα ξερόβραχο η ζωή
Και εγώ σ'αυτή μια τελευταία αναπνοή κι ένα βυθό για κρεβάτι
Κι άνοιξα υδάτινο δρόμο στο μονοπάτι του εφιάλτη
Και μ' έβγαλε έξω απ' το μπουκάλι (φοβάμαι)
Με μια ζάλη παστρικιά κι ένα βρώμικο μυαλό πάλι (να' μαι)
Στο ίδιο παιχνίδι ξανά έγινε η σέντρα κι είχαμε όλοι μας τα χέρια ανοιχτά!
Φοβάμαι, πέσαν τα φώτα ξανά
Κι έμεινα μόνος στο τσιμέντο με τα καθίσματα αδειανά
Κι έγινε το βλέμμα μου παράθυρο για να το σκάσω απ' το παρόν
Μα ήταν όνειρο μόνο ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ! (Ελευθερία!)


Δεν είν' ο κόσμος σου αυτός, είναι διαφορετικός
Σου' χα πει μια νυχτιά θυμάμαι..
Πως οτι φαίνεται είν' άλλιώς κι οτι φτιάχνεις ουρανός
Με βροχή και φωτιά
Φοβάμαι...

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Διαλογος ανάμεσα σε σένα και σε μένα

Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.

Χωρίς να σε βλέπω- Τίτος Πατρίκιος

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου

χωρίςπόσο γυμνός ακόμα θα ‘θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μη με πιστεύεις –
κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

Πάει. Αυτό ήταν.

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
κι ούτε που θα σε ξαναδώ

Κατερίνα Γώγου

Σ' όσους σπάσανε, Σ' όσους κρατάνε

Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...

Κατερίνα Γώγου

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Volcano





Don't hold yourself like that
You'll hurt your knees
I kissed your mouth and back
But that's all I need
Don't build your world around volcanoes melt you down

What I am to you is not real
What I am to you you do not need
What I am to you is not what you mean to me
You give me miles and miles of mountains
And I'll ask for the sea

Don't throw yourself like that
In front of me
I kissed your mouth your back
Is that all you need?
Don't drag my love around volcanoes melt me down

What I am to you is not real
What I am to you you do not need
What I am to you is not what you mean to me
You give me miles and miles of mountains
And I'll ask for what I give to you
Is just what i'm going through
This is nothing new
No no just another phase of finding what I really need
Is what makes me bleed
And like a new disease she's still too young to treat
Volcanoes melt me down
She's still too young
I kissed your mouth
You do not need me

Αποχωρισμός

Σκόνη

Κοίτα με
Πώς περπατώ αγέρωχη πάνω στη σκόνη
Τη σκόνη, τη σκόνη
Που πέφτει από το στήθος μου
Και από τα δάκτυλά μου.
Όλο και πιο ανάλαφρη
'Ωσπου να μείνει μόνο ένας κτύπος
-Όχι της καρδιάς.

Του άδειου βλέμματός μου.
Είσαι εκεί;
Δε θέλω να είσαι
Δε θέλω να είσαι, μόνο επειδή εγώ το θέλω.
Με βλέπεις..;
Είμαι μια χαρά
Χαμογελάω στους καθρέπτες,
Ώ, τι γλυκειά ικανοποίηση που δίνουν
Με τον κατάλληλο φωτισμό.

Μπορείς να γνωρίζεις;
Φυσικά και μπορείς
Αλλά δε θέλω να γνωρίζεις, όχι, μόνο επειδή το θέλω εγώ.
Τρέχει, φεύγει η σκόνη απ' την κλεψύδρα
Κι άμα τελειώσει ο χρόνος;
Θα 'ρθεις να με βρείς..;
Να μην έρθεις
Να μην έρθεις, μονάχα επειδή σε ζητάω.

Θα περάσει, όλα περνούν -Άλλωστε.
Καινούρίο όνειρο.
Θα περάσει κι αυτό.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Χωρίς τίτλο

Φωνή απ' τη θάλασσα

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός,
χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος·
θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.



Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.



Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,


σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν·
και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Χαμόγελο

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·

απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ' Απρίλη

Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της
· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Ο κόσμος που αλλάζει




Μεγάλο δέντρο ο στεναγμός, μεγάλη κι η σκιά του
απλώνει ρίζες στην ψυχή, στο σώμα τα κλαδιά του
Μα όπως ανοίγει ένα πουλί φτερούγα στον αέρα
το δέντρο γίνεται γιορτή και φτερουγίζει η μέρα

Πόσες φορές να σου το πω, πόσες να στο μηνύσω?
Να σου το πω ψιθυριστά ή να στο τραγουδήσω?
Θα σου το πω ψιθυριστά, όπως μιλάει το βλέμμα
που κρύβει μες τη σιγαλιά του κόσμου όλο το αίμα


Αυτός ο κόσμος που αλλάζει
πως σου μοιάζει, πως σου μοιάζει
Αυτός ο κόσμος που αλλάζει
με τρομάζει, με τρομάζει

Χαμένοι μοιάζουμε, λοιπόν, στο γύρο του θανάτου
στην παγωνιά του οριστικού, στον τρόμο του αοράτου
Μα οριστικά θα ‘χεις χαθεί, μονάχα αν το διαλέξεις
όπως διαλέγει η μουσική τα λόγια και τις λέξεις

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει
πως σου μοιάζει, πως σου μοιάζει
Αυτός ο κόσμος που αλλάζει
με τρομάζει, με τρομάζει

Η απόφαση της λησμονιάς

Ποιός θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;...
Γ. Σ.


Στάσου διαβάτη μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη-
ἡ σγουρὴ θάλασσα καὶ τὰ βασανισμένα καράβια
οἱ δρόμοι ποὺ τυλίγαν βουνὰ καὶ γεννοῦσαν ἄστρα
ὅλα τελειώνουν ἐδῶ στὴν πλατιὰ ἐπιφάνεια.

Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους
δές τους, εἶναι κατάσπροι σὰν τὸν ὕπνο τῆς νύχτας
χωρὶς νὰ ῾γγίξουν πουθενὰ γλιστροῦν σ᾿ ἕνα λιγνὸ λεπίδι
ποὺ τοὺς ὑψώνει ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὰ νερά.

Σοῦ μοιάζουν ξένε, τὰ ἥσυχα φτερὰ καὶ τὰ καταλαβαίνεις
ἐνῶ σὲ κοιτάζουν μαρμαρωμένα τὰ μάτια τῶν λιονταριῶν
καὶ τὸ φύλλο τοῦ δέντρου μένει ἄγραφο στὰ ἐπουράνια
καὶ τὸ κοντύλι τρύπησε τὸν τοῖχο τῆς φυλακῆς.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἄλλα τὰ πουλιὰ ποὺ σφάξαν τὶς χωρια-
τοποῦλες
τὸ αἷμα κοκκίνιζε τὸ γάλα πάνω στὶς πλάκες τοῦ δρόμου
καὶ τ᾿ ἄλογά τους ἀθόρυβα σὰν τὸ λιωμένο μολύβι
ρίχναν ἀδιάβαστα σχήματα μέσα στὶς γοῦρνες.

Κι ἔσφιγγε ἡ νύχτα ὁλοένα τὸν κυρτὸ λαιμό τους
ποὺ δὲν τραγουδοῦσε γιατὶ δὲν ἦταν τρόπος νὰ πεθάνει
ἀλλὰ χτυποῦσε θερίζοντας τὰ κόκαλα τῶν ἀνθρώπων
τυφλά. Καὶ δρόσιζαν τὰ φτερά τους τὴ φρίκη.

Κι αὐτὰ ποὺ γίνονταν εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη μὲ τοῦτα ποὺ
βλέπεις
εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη γιατὶ δὲν περίσσευε ψυχὴ νὰ συλ-
λογιστοῦμε
ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴ δύναμη νὰ χαράξουμε λίγα σημάδια στὶς πέτρες
ποὺ ἄγγιξαν τώρα πιὰ τὸ βυθὸ κάτω ἀπ᾿ τὴ μνήμη.

Μαζί τους κι ἐμεῖς μακριὰ πολὺ μακριά, στάσου διαβάτη
μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη μὲ τοὺς ἄσπιλους κύκνους
ποὺ ταξιδεύουν σὰν ἄσπρα κουρέλια μέσα στὸ νοῦ σου
καὶ σὲ ξυπνᾶνε σὲ πράγματα ποὺ ἔζησες καὶ ποὺ δὲ
θυμᾶσαι.

Μήτε θυμᾶσαι διαβάζοντας τὰ ψηφιά μας πάνω στὶς πέτρες-
ὡστόσο μένεις ἐκστατικὸς μαζὶ μὲ τ᾿ ἀρνιά σου
ποὺ μεγαλώνουν τὸ σῶμα σου μὲ τὸ μαλλί τους
τώρα ποὺ νιώθεις στὶς φλέβες σου μιὰ βοὴ θυσίας.

Πρωί

Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ
φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.

Τα χέρια

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.
Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,
μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά
.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.
Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια
καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.


Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης
τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν
κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο

Πάνω σε μια χειμωνιατικη αχτίνα

«Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:
«Κατά βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».
Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς
στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου
ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν
στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου
ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο
ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει
ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη
τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου
γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

Βασίσου πάνω σου

Ας αγαπήσω τον εαυτό μου
και θα δώσω όλη την αγάπη μου
σε αστέρια που δακρύζουν
όταν τα κοιτάω.
Ας κοιταχτώ στα μάτια μου
και δίχως ίχνος σκόνης
να καθοριστώ
μόνη μου, δίχως χαμόγελα.
Ας ψάξω να βρω
τα χαμένα κομμάτια
που ξεχάστηκαν σε λησμονημένες υποσχέσεις.

Fuck you



Ας αγαπήσω τον εαυτό μου

και θα δώσω όλη την αγάπη μου

στ' αστέρια που δακρύζουν.

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Αφου σου τό πα

Και θα μου πείς, γειά! Ξέρεις το είδα ξανά, από την άλλη

Με καθαρό το κεφάλι

Το όνειρο ζητάει πολλά!

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Και έγιναν τα σίδερα άσπρα περιστέρια
και οι τοίχοι θάλασσα, ξεχύνονται
στα μάτια μου μέσα
στα μαλλιά μου μπλέχνεται
Η Χαρά!
Η προκλητική και φευγαλέα
Η Χαρά!
Μέσα στο μυαλό μου
καλά κρυμμένη
μα σταθερή
μια αγκαλιά
η χαρά.....